Love roses

Love roses

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Το μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη


Στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης μου στριμωγμένο βρίσκεται για χρόνια ένα μικρό βιβλίο, μου τα χάρισε κάποτε μια φίλη και μου ευχήθηκε να έρθει μια στιγμή στη ζωή μου που αυτό το μικρό βιβλίο, που περιέχει τις πιο μεγάλες λέξεις τούτου του κόσμου, να γίνει καθρέφτης της καρδιάς μου.
Δεν ξέρω πόσες αναγνώσεις έχω κάνει, ξέρω όμως σίγουρα πως κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι καινούργιο μέσα στους στίχους του. Λες κι είναι ένα μπουκάλι κρασί από τον πιο όμορφο αμπελώνα τούτου του κόσμου, που ωριμάζει και μεστώνει στο πέρασμα του χρόνου.
Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε αυτό το ποίημα όταν κατοικούσε στο Παρίσι, άλλωστε πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί το πιο ερωτικό ποίημα της ελληνικής λογοτεχνίας. Παρά μόνο στην πόλη του φωτός που είναι γεμάτη ρομαντισμό, στην πόλη που την διαπερνά ο Σηκουάνας και εκεί στα νερά του ο επισκέπτης μπορεί να πνίξει τους καημούς του αλλά και να ακουμπήσει τις ευχές του. Ο ποιητής φαίνεται πως με την πυρωμένη πένα του, χάραξε πάνω στο χαρτί την ωδή του έρωτα, με έντονη νεανικότητα και πάθος. Σαν επίδοξος γλύπτης σμιλεύει με αρμονία το «μάρμαρο» του και μας παραδίδει έναν ερωτικό ύμνο. Έναν ύμνο που συγκινεί για αρκετές δεκαετίες τώρα ακόμα και τις πιο σκληρές καρδιές, εκείνες που επιμένουν να θεωρούν τον έρωτα άλλη μια ουτοπία του ανθρώπινου μυαλού.
Από τον τίτλο του ποιήματος είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς πως μιλάει για μια σφραγίδα, μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας και κρατά τους δυο ερωτευμένους για πάντα μαζί. Δυο άνθρωποι που συναντιούνται και ταιριάζουν ο ένας απόλυτα δίπλα στον άλλο, κουμπώνουν οι αγκαλιές τους, τα όνειρα τους. Είναι ακριβώς αυτό που σημείωσε αιώνες πριν ο Αριστοτέλης «η αγάπη αποτελείται από μια ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα». Ταυτοχρόνως αυτός ο έρωτας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός κι αυτό είναι ίσως το σημείο εκείνο που αγγίζει την καρδιά του αναγνώστη και συχνά κάνει τα μάτια του να βουρκώνουν.
Στο Μονόγραμμα ο ερωτευμένος αποχαιρετά την αγαπημένη του, που επιλέγει να θυσιαστεί για τον έρωτα της και με αυτή της την πράξη δικαιώνει και τον έρωτα τους καθώς τον κρατά μακριά από την τριβή του χρόνου, του χαρίζει μια θέση στην αιωνιότητα και αυτό τον κάνει ακόμα πιο ζηλευτό στα δικά μας μάτια, που πλέον μετρίως ερωτευόμαστε και ευκόλως τα παρατάμε.
Η φράση αυτή που χαράζεται στην μνήμη είναι σαφώς η ακόλουθη: «Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς. Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.» Αναρωτιέμαι συχνά αν τα αυτιά μας έχουν την ικανότητα να ακούν πραγματικά τα αγαπώ που τους απευθύνονται. Αν μπορούμε να διακρίνουμε τι περικλείει αυτή η λέξη μέσα στο ά και το ώ πέρα από φωνήεντα και σύμφωνα. Χιλιάδες εικόνες, μικρές και μεγάλες στιγμές που ενώνουν την ψυχή μας με εκείνη τη ψυχή που έχουμε δίπλα μας. Γέλια, χαρές και κυρίως δάκρυα. Κι έπειτα όλα αυτά τα ξεθωριάζει η ρουτίνα και μοιάζουν στα μάτια μας δεδομένα… και σταματάμε να ακούμε το σ’αγαπώ ή πλέον δεν μας φαίνεται τόσο όμορφο… ξεχνάμε τις στιγμές, τα γέλια , τα δάκρυα… ξεχνάμε πως άρχισαν όλα αυτά και εστιάζουμε μίζερα σε όλα εκείνα που μας ενοχλούν.
Αφού λοιπόν πάντα υπήρχαν αυτά τα ενοχλητικά πως τελικά ερωτευτήκαμε και αγαπήσαμε αυτόν τον άνθρωπο; Πως από το σημείο εκείνο που μετρούσαμε τα δευτερόλεπτα για να πέσουμε στην αγκαλιά του φτάνουμε στο σημείο εκείνο που μετράμε τα λεπτά μέχρι να μείνουμε μόνοι μας; Τελειώνει η αγάπη και ο έρωτας με την ίδια ευκολία που αδειάζει το κουτί με τα δημητριακά;
Όχι… τίποτα δεν τελειώνει… αλλά τίποτα δεν διατηρείται αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου. Οι άνθρωποι δεν είμαστε αναλώσιμοι,  κι ας επιμένουμε να πουλάμε μέχρι και τους εαυτούς μας, τα συναισθήματα δεν τελειώνουν αλλά πρέπει να τους δίνουμε και λίγη «τροφή». Είναι σαν τα γλαστράκια που παίρνουμε κάθε Μάιο και βάζουμε στη βεράντα μας. Αν δεν τα ποτίσουμε, αν δεν καθαρίσουμε τα ξερά λουλούδια ένα πρωί θα τα βρούμε «νεκρά».
Μέσα στο χάος των καθημερινών ήχων, μέσα στις κόρνες, την ακατάσχετη πολυλογία, τη δυνατή μουσική, τα ειρωνικά σχόλια υπάρχει κάποιος που σου φωνάζει:  «Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς. Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.» Μην τον αγνοείς, μην του γυρνάς τη πλάτη, άπλωσε το χέρι σου και άκου αυτό που έχει να σου πει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Βάλε τη δικιά σου πινελιά στο blog μου!