Love roses

Love roses

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Το μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη


Στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης μου στριμωγμένο βρίσκεται για χρόνια ένα μικρό βιβλίο, μου τα χάρισε κάποτε μια φίλη και μου ευχήθηκε να έρθει μια στιγμή στη ζωή μου που αυτό το μικρό βιβλίο, που περιέχει τις πιο μεγάλες λέξεις τούτου του κόσμου, να γίνει καθρέφτης της καρδιάς μου.
Δεν ξέρω πόσες αναγνώσεις έχω κάνει, ξέρω όμως σίγουρα πως κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι καινούργιο μέσα στους στίχους του. Λες κι είναι ένα μπουκάλι κρασί από τον πιο όμορφο αμπελώνα τούτου του κόσμου, που ωριμάζει και μεστώνει στο πέρασμα του χρόνου.
Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε αυτό το ποίημα όταν κατοικούσε στο Παρίσι, άλλωστε πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί το πιο ερωτικό ποίημα της ελληνικής λογοτεχνίας. Παρά μόνο στην πόλη του φωτός που είναι γεμάτη ρομαντισμό, στην πόλη που την διαπερνά ο Σηκουάνας και εκεί στα νερά του ο επισκέπτης μπορεί να πνίξει τους καημούς του αλλά και να ακουμπήσει τις ευχές του. Ο ποιητής φαίνεται πως με την πυρωμένη πένα του, χάραξε πάνω στο χαρτί την ωδή του έρωτα, με έντονη νεανικότητα και πάθος. Σαν επίδοξος γλύπτης σμιλεύει με αρμονία το «μάρμαρο» του και μας παραδίδει έναν ερωτικό ύμνο. Έναν ύμνο που συγκινεί για αρκετές δεκαετίες τώρα ακόμα και τις πιο σκληρές καρδιές, εκείνες που επιμένουν να θεωρούν τον έρωτα άλλη μια ουτοπία του ανθρώπινου μυαλού.
Από τον τίτλο του ποιήματος είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς πως μιλάει για μια σφραγίδα, μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας και κρατά τους δυο ερωτευμένους για πάντα μαζί. Δυο άνθρωποι που συναντιούνται και ταιριάζουν ο ένας απόλυτα δίπλα στον άλλο, κουμπώνουν οι αγκαλιές τους, τα όνειρα τους. Είναι ακριβώς αυτό που σημείωσε αιώνες πριν ο Αριστοτέλης «η αγάπη αποτελείται από μια ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα». Ταυτοχρόνως αυτός ο έρωτας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός κι αυτό είναι ίσως το σημείο εκείνο που αγγίζει την καρδιά του αναγνώστη και συχνά κάνει τα μάτια του να βουρκώνουν.
Στο Μονόγραμμα ο ερωτευμένος αποχαιρετά την αγαπημένη του, που επιλέγει να θυσιαστεί για τον έρωτα της και με αυτή της την πράξη δικαιώνει και τον έρωτα τους καθώς τον κρατά μακριά από την τριβή του χρόνου, του χαρίζει μια θέση στην αιωνιότητα και αυτό τον κάνει ακόμα πιο ζηλευτό στα δικά μας μάτια, που πλέον μετρίως ερωτευόμαστε και ευκόλως τα παρατάμε.
Η φράση αυτή που χαράζεται στην μνήμη είναι σαφώς η ακόλουθη: «Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς. Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.» Αναρωτιέμαι συχνά αν τα αυτιά μας έχουν την ικανότητα να ακούν πραγματικά τα αγαπώ που τους απευθύνονται. Αν μπορούμε να διακρίνουμε τι περικλείει αυτή η λέξη μέσα στο ά και το ώ πέρα από φωνήεντα και σύμφωνα. Χιλιάδες εικόνες, μικρές και μεγάλες στιγμές που ενώνουν την ψυχή μας με εκείνη τη ψυχή που έχουμε δίπλα μας. Γέλια, χαρές και κυρίως δάκρυα. Κι έπειτα όλα αυτά τα ξεθωριάζει η ρουτίνα και μοιάζουν στα μάτια μας δεδομένα… και σταματάμε να ακούμε το σ’αγαπώ ή πλέον δεν μας φαίνεται τόσο όμορφο… ξεχνάμε τις στιγμές, τα γέλια , τα δάκρυα… ξεχνάμε πως άρχισαν όλα αυτά και εστιάζουμε μίζερα σε όλα εκείνα που μας ενοχλούν.
Αφού λοιπόν πάντα υπήρχαν αυτά τα ενοχλητικά πως τελικά ερωτευτήκαμε και αγαπήσαμε αυτόν τον άνθρωπο; Πως από το σημείο εκείνο που μετρούσαμε τα δευτερόλεπτα για να πέσουμε στην αγκαλιά του φτάνουμε στο σημείο εκείνο που μετράμε τα λεπτά μέχρι να μείνουμε μόνοι μας; Τελειώνει η αγάπη και ο έρωτας με την ίδια ευκολία που αδειάζει το κουτί με τα δημητριακά;
Όχι… τίποτα δεν τελειώνει… αλλά τίποτα δεν διατηρείται αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου. Οι άνθρωποι δεν είμαστε αναλώσιμοι,  κι ας επιμένουμε να πουλάμε μέχρι και τους εαυτούς μας, τα συναισθήματα δεν τελειώνουν αλλά πρέπει να τους δίνουμε και λίγη «τροφή». Είναι σαν τα γλαστράκια που παίρνουμε κάθε Μάιο και βάζουμε στη βεράντα μας. Αν δεν τα ποτίσουμε, αν δεν καθαρίσουμε τα ξερά λουλούδια ένα πρωί θα τα βρούμε «νεκρά».
Μέσα στο χάος των καθημερινών ήχων, μέσα στις κόρνες, την ακατάσχετη πολυλογία, τη δυνατή μουσική, τα ειρωνικά σχόλια υπάρχει κάποιος που σου φωνάζει:  «Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς. Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.» Μην τον αγνοείς, μην του γυρνάς τη πλάτη, άπλωσε το χέρι σου και άκου αυτό που έχει να σου πει.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Κάπου...κάπως...κάποτε...!

 
Είναι δύσκολο καμιά φορά να βάλεις σε τάξη τα συναισθήματα που σου γεννά ένας άνθρωπος...κι ακόμα πιο δύσκολο να τα ντύσεις με λέξεις...δεν θα εξηγήσω ποτέ αυτή την ανάγκη μου να τα ντύνω όλα με λέξεις.Ίσως να ξεκινάει από το λατινικό ρητό «scripta manent», ίσως και να φτιάχνω ένα διαφορετικό άλμπουμ αναμνήσεων...για εκείνες τις νύχτες που το σκοτάδι είναι λίγο πιο βαθύ,για τις νύχτες που αργεί η χαραυγή και μιλάει ασταμάτητα εκείνη η φωνή που μας φανερώνει όλες τις αλήθειες μας,τις αλήθειες που προσπαθούμε να κρύψουμε επιμελώς μέσα στις πτυχές της ψυχής μας.Ίσως πάλι να είναι και ένα τρόπος για να νικήσω τους φόβους μου...το ξέρεις άλλωστε ότι φοβάμαι...το πολύ και το πάντα με τρομοκρατούν...όπως και οι λέξεις με μεγάλη σημασία με φοβίζουν...νομίζω πως αν της πω γίνομαι αδύναμη...κι ας ξέρω πως μόνο δύναμη μου δίνουν.Με κάνουν ευάλωτη στα μάτια σου τα όσα νιώθω...για αυτό κι εγώ τα βυθίζω μέσα σε μεγάλες παύσεις,τα κρύβω πίσω από χαμόγελα και νάζια...
Μα ας είμαστε ειλικρινείς,ποιος δεν νιώθει μικρός μπροστά στον έρωτα...ποιος δεν νιώθει γυμνός μπροστά στο μεγαλείο μιας αγάπης...μιας αγάπης μεστής από το α μέχρι το ς...που με τροφοδοτεί με φτερά και χιλιάδες φόβους.Ακροβατώ μαζί σου ανάμεσα σε όσα νιώθω και σε όσα θέλω να ξέρεις πως νιώθω...παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου...και στο τέλος πάντα με βρίσκεις εσύ...μου χαμογελάς και με κοιτάς με ένα βλέμμα που μου φωνάζει «τα ξέρω όσα δεν λες».
Όταν ήμουν μικρή ζήλευα όλες αυτές τις όμορφες του σινεμά,αυτές που ζούσαν τις τέλειες ιστορίες αγάπης,αυτές που έκλαιγαν γιατί έχαναν τον άνθρωπο τους κι έπειτα τελικά οι τίτλοι τέλους τους έβρισκαν αγκαλιά σε ένα τέλειο ηλιοβασίλεμα...σε μια λίμνη γεμάτη λευκούς κύκνους...Μεγάλωσα όμως κι σταμάτησα να πιστεύω στο τέλειο ηλιοβασίλεμα,άλλωστε σε κάθε δύση του ηλίου με πιάνει μια θλίψη...σταμάτησα να ψάχνω λίμνες με λευκούς κύκνους γιατί κυρίως βατράχια και πάπιες φιλοξενεί το οικοσύστημα της λίμνης...σταμάτησα να ψάχνω και την τέλεια ιστορία αγάπης,έτσι όπως τουλάχιστον μας την παρουσιάζουν στο σινεμά...δεν ψάχνω πρίγκιπα πρέπει να φώναξα στο σύμπαν...κι εκείνο έτσι για να γελάσει μαζί μου αποφάσισε να μου στείλει εσένα.Κομήτη συνηθίζω να σε αποκαλώ...κυρίως γιατί ήρθες από το πουθενά...και ήρθες αποφασισμένος να με κάνεις να πάρω πίσω όλες τις βαρύγδουπες δηλώσεις που έχω κάνει κατά καιρούς για τον έρωτα και όλα αυτά τα γλυκανάλατα.
Περπατάμε μαζί ποτάμια και λίμνες...ναι λίμνες με βατράχια και ποτάμια με νερόφιδα...κανένας λευκός κύκνος...κοιτάμε αρκετές φορές το ηλιοβασίλεμα...κι εκείνο γίνεται τέλειο όταν μέσα στα μάτια σου καθρεφτίζεται ο ήλιος...κι εγώ ενώ θα έπρεπε να σου ομολογώ την αγάπη μου απλά σου χαμογελάω...ξαπλώνουμε τη νύχτα στη ζεστή άμμο και βλέπουμε τα αστέρια...και η ανάσα σου δίνει ρυθμό στην δική μου ανάσα...κι αν δεν έχει κύμα ακούς κι ακούω την καρδιά μου.Διαβάζουμε μαζί βιβλία...και διαφωνούμε πάντα...και την πληρώνει ο καναπές σου....κι άλλες φορές ακούμε μουσική και δεν μιλάει κανείς μας...γιατί καμιά φορά η σιωπή είναι πιο ιερή και από ένα σ' αγαπάω...κοιμάσαι στην αγκαλιά μου σαν μικρό παιδί...κι εγώ στη δική σου...και το πρωί δεν τρώμε πρωινό με τις ώρες αραχτοί μπροστά σε ένα γεμάτο τραπέζι γιατί συνήθως είμαστε εκτός χρονικού προγραμματισμού.Πίνεις καφέ και με κοροϊδεύεις που προσπαθώ να συμμαζέψω μαλλιά και μακιγιάζ...δεν καταλαβαίνεις λες την εμμονή μου να είμαι πάντα βαμμένη γιατί για σένα είμαι πιο όμορφη όταν δεν έχω βαφτεί...κι εγώ κάθε φορά κάνω την ίδια σκέψη  και σου βγάζω τη γλώσσα.
Ταξιδεύω μέσα στα μάτια σου κάθε φορά που ανταμώνουν τα βλέμματα μας...κι ακούω κάθε λέξη που κρύβεται μέσα στη σιωπή σου...κι εύχομαι κι εσύ να ακούς τις λέξεις που κρύβονται μέσα στη δική μου σιωπή.Ξέρεις νομίζω αν μιλάς πολύ για αυτά τα ξεθωριάζεις...τα αφήνεις να χάνουν την μοναδικότητα τους...τα κάνεις να γίνονται κοινά...η αγάπη όμως κι ο έρωτας είναι πάντα μοναδικός.Καμιά ταινία και κανένα βιβλίο δεν θα μπορέσει να μας αποκαλύψει ποτέ το μεγαλείο του...γιατί οι λέξεις και οι νότες που προσπαθούν να ντύσουν αυτά τα δύο συναισθήματα θα είναι πάντα μικρές μπροστά τους.
Ανυπομονώ κάθε φορά να σε συναντήσω...να ακούσω τον ήχο της φωνής σου...δεν ξέρω πoιά θα είναι η επόμενη στιγμή μας...δεν ξέρω αν θα περπατήσουμε βουνά ή πεδιάδες...αν θα κάνουμε μπάνιο σε μια θάλασσα ή σε ένα ποτάμι...αν θα περιμένουμε με τις ώρες για να φωτογραφίσουμε το πέταγμα των πουλιών σε κάποια λίμνη...αν θα χοροπηδάμε πάνω σε ένα τραμπολίνο...αν θα βλέπουμε ταινία στο σινεμά και θα κρύβουμε ο ένας από τον άλλο τα δάκρυα μας...αν θα περιμένουμε τον ήλιο να ακουμπήσει στη θάλασσα για να επιστρέψουμε από την εκδρομή μας...αν θα μας βρουν τα μεσάνυχτα να φωτογραφίζουμε αστέρια...αν θα σε παρατηρώ με τις ώρες να σχεδιάζεις...αν θα απολαμβάνω τη μουσική σου...δεν ξέρω τι μπορεί να μας περιμένει λίγο πιο κάτω,είναι και η πρώτη φορά που δεν θέλω να μάθω βέβαια...
Εμείς άλλωστε δώσαμε ραντεβού κάποτε στην πλατφόρμα 9 και 3/4...κι ενώ δεν πιστεύω στους μάγους...σε σκούπες που πετάνε...σε καπέλα που μιλάνε...σε σκάλες που αλλάζουν θέση...πρέπει να ομολογήσω πως εσύ με την επιμονή σου και την υπομονή σου...με την ανοχή σου...με την φροντίδα σου...με το βλέμμα σου...με το χαμόγελο σου...με τον τρόπο που επικοινωνούμε μου έχεις δείξει μια πιο «μαγική» πλευρά αυτού του κόσμου...κι αν καμιά φορά κάνω πως δεν με νοιάζει...κι αν κρύβομαι πίσω από το δάχτυλο μου...εσύ να μην μασάς...γιατί η καρδιά μου έχει κουρδιστεί μαζί με τη δική σου...όχι για πάντα...για τώρα...!
Πρώτη φορά η λέξη μου λείπεις είναι μικρή για να περιγράψει την απουσία σου...κι όταν την ακούω να μου τη λες ζεσταίνει την καρδιά μου...κι έρχονται νύχτες που κοιτάζω τα αστέρια μόνη κι εύχομαι να σε προσέχουν...να φωτίζουν τις σκέψεις...εκείνες τις μαύρες σκέψεις που κάνεις και κάνω...κι εύχομαι να μην είχα φωνάξει ποτέ στο σύμπαν αυτό για το πρίγκιπα...γιατί φοβάμαι πως θα ξυπνήσω από το όνειρο...και θα διαβάζω όσα γράφω για να κρατάω ζωντανές τις αναμνήσεις...!
Λίγο πριν τελειώσουν αυτές οι γραμμές ήθελα απλά να ξέρεις πως τώρα πια δεν ζηλεύω καμιά ταινία...κανένα ηλιοβασίλεμα...καμιά λίμνη και κανένα happy end...είμαι γεμάτη με τόσα συναισθήματα από τον κομήτη μου που δεν με νοιάζει κανένα τέλος γιατί μαζί σου θα πολεμάω πάντα για την αρχή.
                                                                        Σε ευχαριστώ

Μαμάδες στην πρίζα!

Δεν υπάρχει πιο δύσκολος ρόλος από αυτόν της μαμάς.Η λέξη αυτή μέσα σε τέσσερα γράμματα περικλείει εκατοντάδες ρόλους και δεν έχει ωράριο.Πόσο την ξεχειλώνουμε τη μαμά κάθε μέρα...για όλα σε εκείνη απευθυνόμαστε,για τα καλά και τα άσχημα...για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες μας,όλα εκείνη τα χρεώνεται.
Ξυπνά νωρίς το πρωί και χωρίς επιλογή ετοιμάζει πρωινό για την οικογένεια ενώ ταυτοχρόνως προσπαθεί να ετοιμαστεί και η ίδια για να πάει στη δουλειά της.Κι αν νομίζεις πως εκεί την περιμένει κάτι καλύτερο και πιο εύκολο τότε επίτρεψε μου να σου πω ότι η επαγγελματική αρένα είναι το ίδιο δύσκολη και για τη γυναίκα.Μάλιστα όλα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα αν σκεφτείς πως αυτός ο άνθρωπος νιώθει τύψεις για τις ώρες που αφήνει το παιδί του μόνο του.Το μεσημέρι επιστρέφει κουρασμένη αλλά δεν έχει χρόνο να καθίσει,πρέπει να ζεστάνει το φαγητό, να στρώσει τραπέζι,να πλύνει τα πιάτα,να διαβάσει τα παιδιά και μετά πάλι να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα.Μέχρι να φτάσει πια αργά το βράδυ για να ξαπλώσει στο κρεβάτι της και να ζυγίσει τι έκανε όλη την ημέρα και τι δεν πρόλαβε να κάνει.Για να αφομοιώσει τα γιατί που της χάρισε το παιδί της,να ερμηνεύσει το θυμό του πίσω από τα σκληρά λόγια που ίσως της είπε,να κατανοήσει το αναίτιο κλάμα του.
Εκείνη τη στιγμή αυτή  η μητέρα νιώθει τόσο αδύναμη,πιστεύει πως όλα τα κάνει λάθος,νιώθει τόσο λίγη για το παιδί της και θέλει όλα αυτά να μπορούσε να τα αλλάξει χθες.Ακόμα κι αν ακρωτηριάσει για ακόμα μια φορά τον ίδιο της τον εαυτό.Τον εαυτό εκείνο που ξέχασε ακούσια κάποια στιγμή μέσα στη πορεία της ζωής της γιατί έγινε σύζηγος και μαμά.
Θυμάται καμιά φορά τη λαχτάρα της να γίνει μαμά.Το συναίσθημα εκείνο που τη γέμισε πληρότητα όταν κράτησε για πρώτη φορά στην αγκαλιά της το μικρό της πλασματάκι.Θυμάται και τα όνειρα που είχε πριν γίνει μαμά.Θυμάται τους στόχους που είχε στη ζωή της και τους άφησε στην άκρη για να μπορέσει να περνάει περισσότερες ώρες με αυτό το πλασματάκι.Ίσως να σταμάτησε να παλεύει για την προαγωγή στη δουλειά της γιατί δεν μπορούσε να ξενυχτάει στο γραφείο,σταμάτησε να κοιτάζει και τις βιτρίνες γιατί την νοιάζει κυρίως τα παιδιά της να είναι πια στη μόδα.
Η απόφαση του να δημιουργείς μια ζωή είναι ίσως η πιο σημαντική που καλείσαι να πάρεις στη ζωή σου.Δεν υπάρχουν κανόνες για το πως να είσαι σωστός γονέας.Ακολουθείς κυρίως ένα σύμπλεγμα πείρας,ενστίκτου και συναισθημάτων. Κάποιες φορές θα κάνεις λάθος.Κάποιες άλλες θα είσαι απόλυτα σωστός.Σημασία έχει να δίνεις ολόκληρο τον εαυτό σου και να προσπαθείς για το καλύτερος.Πριν λοιπόν αρχίσεις να απαγγέλεις στον εαυτό σου ένα σωρό κατηγορώ για όσα δεν πρόλαβες να κάνεις σήμερα,για όσες υποσχέσεις αθέτησες άθελα σου,για τις άνευ λόγου φωνές που έβαλες στο παιδί σου σκέψου πόσα τελικά πρόλαβες να κάνεις. Πόσο πολύ πιέστηκες για να είσαι εκεί να του διαβάσεις το παραμύθι του και να του πεις «Καληνύχτα». 
Αν πάλι οι συνθήκες είναι τέτοιες που δεν σου επιτρέπουν να του λες κάθε βράδυ  «Καληνύχτα» γιατί αυτή η οικονομική κρίση σε έστειλε να δουλεύεις κάπου μακριά σκέψου το εξής: κάποια στιγμή που το παιδί σου θα είναι μεγάλο πια και θα μπορεί να σε κατανοήσει καλύτερα γιατί θα έχει κι εκείνο την ευθύνη να επιλέξει όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για την δική του οικογένεια, θα σε κοιτάξει στα μάτια και θα σου πει «Ευχαριστώ» έτσι χωρίς να σου δώσει καμιά άλλη εξήγηση. Αυτό το ευχαριστώ είναι το βραβείο σου,με μιας θα νιώσεις ξανά μια πληρότητα, θα καταλάβεις ότι δημιούργησες έναν όμορφο άνθρωπο.
Τα παιδιά δεν θυμώνουν με τους γονείς που δίνουν κάθε μέρα μια μάχη για εκείνα...θυμώνουν με τους γονείς που συνεχίζουν να ζουν για τον εαυτό τους και τα αντιμετωπίζουν σαν «αξεσουάρ» στις ζωές τους. Με εκείνες τις μαμάδες που θέλουν τα αφήνουν μόνα στο σπίτι για να πιουν καφέ ή ποτό με τις φίλες τους.Με εκείνες τις μαμάδες που τα στέλνουν κατασκήνωση για να απολαύσουν τις διακοπές τους...με εκείνες τις μαμάδες που δεν κατανόησαν ποτέ πως τους χαρίστηκε από τη φύση ο σημαντικός ρόλος αυτός της μαμάς.



(αφιερωμένο στη μαμά μου που τα άφησε όλα στην άκρη για να μεγαλώσει εμένα και την αδερφή μου)

Σ' ένα κομμάτι ουρανού

Ήθελα να 'χα πάντα ένα κομμάτι ουρανού μόνο για μένα. Ένα τόσο δα μικρό κομμάτι, να το κοιτάζω όταν όλα πάνε στραβά ή όταν όλα πάνε τέλεια και να του στέλνω πότε δάκρυα και πότε χαμόγελα. Λίγο μπλε πάνω από το κεφάλι μου, να μπαίνουν και να βγαίνουν τα σύννεφα σε διάφορα σχήματα κι εγώ να ξέρω πως αυτό το μικρό κομμάτι είναι μόνο για μένα, να το κοιτάζω τις νύχτες και να μετρώ τα αστέρια του, να του λέω ψιθυριστά τα όνειρα μου και να γελάνε τ' άστρα και τα σύννεφα με όσα σκαρώνει το μυαλό μου.

Να το κοιτάζω με παράπονο και να του λέω για τους κουρσάρους της ψυχής μου. Για εκείνους που ήρθαν κρατώντας υποσχέσεις, υποσχέσεις που τις άφησαν να πετάξουν σαν πουλιά. Να χαράζω πάνω του με το δάχτυλο μου λέξεις, γράμματα γεμάτα ουσία, γράμματα κενά, αστείους ήχους, ήθελα να έχω ένα κομμάτι ουρανού μόνο για μένα. Να είναι πότε γαλάζιο και πότε μπλε σκούρο, πότε να το λούζει ο ήλιος και πότε να το κρύβουν τα σύννεφα, να το καθαρίζει η βροχή και τις νύχτες να το φυλάνε τ'άστρα και το φεγγάρι αν ήθελε να κάνει μια βόλτα από το κομμάτι του ουρανού μου θα το άφηνα. Να ρίξει για λίγο το ασημί του χρώμα στις σκέψεις μου, να δώσει ένα γυαλιστερό χρώμα στις σκιές μου, να φωτίσει τα δυο τρία χαμόγελα που έχω δίπλα μου, ναι αλήθεια θα το άφηνα.

Ο Ιούνιος κυλάει όμορφα, το καλοκαίρι έφτασε σκέφτομαι, έφτασε κι έρχεται ξανά να ζωντανέψει όσα ο χειμώνας έβαλε για ύπνο... Οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη, οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, χαμόγελα, δάκρυα, όνειρα που ξεστομίζουμε και τα ξεχνάμε το επόμενο λεπτό της ώρας κι άλλα που τα κρατάμε μέσα μας σαν φυλαχτό και παλεύουμε να τους δώσουμε σάρκα και οστά. Κοιτάζω από το παράθυρο του γραφείου μου τους περαστικούς. Τρέχουν, μιλάνε στα κινητά τους, κάποιοι ακούνε μουσική, κανείς δεν χαμογελάει, κανείς εκτός από τον μικρό μπόμπιρα πάνω στο ποδήλατο του που απολαμβάνει το παγωτό του.

Μια ομάδα από τουρίστες κάνει μια στάση για φωτογραφίες, στημένα χαμόγελα μέχρι να ανάψει το φλας κι έπειτα πάλι πρόσωπα ανέκφραστα. Μάτια χαμένα μέσα στον κόσμο, κοιτάζουν με αγωνία, κάτι ψάχνουν, ποιος ξέρει τι όνειρα κυνηγούν, ποιος ξέρει αν αυτά τα μάτια καθρεφτίζουν ψυχές που τις κούρσεψαν περαστικοί ή αν αυτά τα μάτια κούρσεψαν άλλες ψυχές;

Δεν είναι αστείο πως αλλάζει το νόημα των λέξεων αν ανακατέψεις λιγάκι τη σειρά τους; Αν βάλεις δίπλα τρεις τελίτσες, μια τελεία, ένα θαυμαστικό ή αν χαράξεις ένα ερωτηματικό; Γιατί οι σιωπές δεν αλλάζουν το νόημα στις λέξεις; Οι σιωπές... που ρουφάνε τις λέξεις που δεν είπαμε κι άλλες που είπαμε και ξεχάσαμε...!

Ένα περιστέρι κατεβαίνει με φόρα και αρπάζει ένα κομμάτι ψωμί, θα έπεσε από κάποιον περαστικό, ενδεχομένως και κάποιος να το άφησε εκεί για να το βρει το περιστέρι. Χορτασμένο, ανοίγει τα φτερά του και πετά στον ουρανό, χάνεται πίσω από τα κτίρια, δεν το βλέπω πια.

Μια κοπέλα με το σκύλο της περνάνε το φανάρι, πλάκα έχει το σκυλάκι, λευκό με ένα λουρί και ένα φιόγκο ανάμεσα στα δυο αυτιά του. Περπατάει με νάζι στην διάβαση και ακολουθεί το βηματισμό της κοπέλας.

Στην απέναντι γωνία ένας μουσικός του δρόμου ετοιμάζεται να παίξει μια μελωδία με το βιολί του. Τεντώνει καλά τα δάχτυλα του, θ'ανοίξω το παράθυρο, θα προσπαθήσω να ακούσω τον διακριτικό ήχο του βιολιού ανάμεσα στα αυτοκίνητα που μαρσάρουν, που κορνάρουν που φρενάρουν απότομα. Τα καταφέρνω για λίγο, ναι ακούω τις νότες που ξεπηδούν από το βιολί. Χαμογελάω, ποιος ξέρει γιατί; Κλείνω το παράθυρο και επιστρέφω στη δουλειά μου. Ο ήλιος προσπαθεί να με κάνει να κοιτάξω ξανά έξω, τα καταφέρνει, κοιτάζω το δρόμο, τους περαστικούς, τα αυτοκίνητα, χτυπάει το κινητό μου, είναι μια φίλη μου. Τέρμα η σιωπή, ο χώρος γεμίζει με λέξεις, γέλια, να πάλι κάνουμε όνειρα άραγε θα κυνηγήσουμε κάποιο αυτά; Κάνουμε και σχέδια, κοιτάζω το μπλε κομμάτι του ουρανού που μου ανήκει, του χαμογελάω, ίσως να το ευχαριστώ κιόλας για αυτό το τηλέφωνο...

Ήθελα να 'χω από μικρή ένα κομμάτι τόσο δα από το μπλε του ουρανού που θα μου ανήκει, μέχρι που μεγάλωσα κι αποφάσισα πως θέλω να έχω ολόκληρο τον ουρανό, όλα τα αστέρια, όλα τα σύννεφα, τον ήλιο και το φεγγάρι. Δεν έγινα άπληστη απλά κατάλαβα πως τίποτα δεν είναι όμορφο όταν το ακρωτηριάζεις, όταν το κάνεις κομμάτια!

Λέξεις ατάκτως ειρημένες

Ο έρωτας λένε ένα ζευγάρι φτερά που φυτρώνουν στις ανθρώπινες πλάτες, λένε σε ταξιδεύει, λένε ακόμα πως σταματά το χρόνο, πως βάζει χρώματα στο γκρίζο της ρουτίνας, άλλους τους κάνει ποιητές κι άλλους ζωγράφους, άλλοι γίνονται μουσικοί και άλλοι κρύβονται μέσα στις στάχτες.
Είναι εκείνοι που τολμούν και το ρισκάρουν, εκείνοι που αφήνουν το φόβο να τους κυριεύσει κι εκείνοι που επιλέγουν συνειδητά να ζουν με έναν έρωτα ανεκπλήρωτο. Και ίσως αυτοί να ξέρετε να είναι οι πιο τολμηροί από όλους μας, καθώς επιλέγουν να ζουν με μια πυρωμένη καρδιά που επιμένουν να αγνοούν τα θέλω της. Είναι οι πιο τολμηροί γιατί αντέχουν να μην γευτούν το πόθο τους, μα είναι και ονειροπόλοι, γιατί επιλέγουν να κρατήσουν αθάνατο έναν έρωτα.

Αλήθεια υπάρχει έρωτας που να έμεινε αθάνατος; Ίσως εκείνος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, αν και έχω την πεποίθηση πως οι μεγαλύτεροι έρωτες δεν έγιναν ποιήματα, τραγούδια και βιβλία. Έζησαν σιωπηλά και χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου.
Αδυνατώ να εξηγήσω την ανάγκη μας να εκφράζουμε τα συναισθήματα με λέξεις, κανόνες, νόρμες, στεγανά. Είναι εμμονή να θέλουμε τα ντύνουμε όλα με λέξεις, είναι η σιωπή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του έρωτα, λες και γεννήθηκαν οι σιωπές για να ανακουφίζουν τους ερωτευμένους, εκείνους που κρύβουν στα πιο βαθιά φύλλα της καρδιάς τους τον θησαυρό του έρωτα όχι από εγωισμό και από φόβο αλλά από την βαθύτερη ανάγκη τους να τον κρατήσουν ζωντανό χωρίς φθορές από την επαφή, την επαφή που φέρνει και την τριβή, την τριβή. Αυτή που ψαλιδίζει καθημερινά τα φτερά του έρωτα και επιμένει να μας κρατά προσγειωμένους στο έδαφος.

Ο έρωτας είναι το βάλσαμο της ψυχής, το αντίβαρο εκείνο που μας κρατά όρθιους και δεν αφήνει την βαρύτητα να μας βουλιάξει στα έγκατα της γης. Ο έρωτας δεν είναι λέξεις πάνω σε χαρτί, δεν είναι γράμματα με καλλιγραφίες σημεία στίξης και τόνους. Είναι άναρθρες λέξεις και συλλαβές, είναι λέξεις ατάκτως ειρημένες. Δάκρυα που κύλησαν πάνω σε μάγουλα κι έπεσαν στο κενό κι άλλα που τα συγκράτησαν ατσάλινες βλεφαρίδες, είναι βλέμματα που ανταμώθηκαν για λίγο κι άλλα που δεν συναντήθηκαν ποτέ. Είναι σεντόνια κουβάρια τις κρύες νύχτες. Είναι λυγμοί και ανάσες στο σκοτάδι. Είναι άνθη που μοσχοβολούν στα περβάζια την Άνοιξη, άνθη που βουλιάζουν σε βάλτους κι άνθη που κόβει με βία το ανθρώπινο χέρι.

Εκεί ψηλά λάμπει σαν πυρωμένη μπάλα ο έρωτας για εκείνους που τον αφήνουν ανεκπλήρωτο συνειδητά. Για εκείνους που θέλουν να τον κρατήσουν ακέραιο, χωρίς κανένα ξέφτι από τους καιρούς κι από τα βλέμματα, για εκείνους που θέλουν να το κρατούν στις ανοιχτές παλάμες τους κι ας τους καίει η φωτιά του, για εκείνους που τη νύχτα δακρύζουν και γίνονται τα δάκρυα τους ασημί στο φως της σελήνης, για εκείνους που συνειδητά επιλέγουν να ζουν μοιρασμένοι σε δυο σώματα, να υποφέρουν για δυο μα να πονούν μόνοι. Προσωπικά μου προκαλούν δέος, τους βγάζω το καπέλο κι εύχομαι σε κάποια άλλη ζωή, κάποια άλλη στιγμή ο έρωτας τους να μην είναι συνειδητά ανεκπλήρωτος αλλά συνειδητά εκπληρωμένος.

Λέξεις ατάκτως ειρημένες, δάκρυα που κύλησαν σε μάγουλα, χάδια που δεν δόθηκαν, χείλη που δεν έσμιξαν ποτέ, βλέμματα που δεν συναντήθηκαν ούτε τυχαία, μικρές μουτζούρες πάνω σε λευκό χαρτί κι ένα ποτήρι αλκοόλ να συντροφεύει εκείνον που συνειδητά ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα.